The story I'm going to tell, is not my story. It is the story of someone, who is telling a story which is very similar to his own. The dream I will remember, won't be mine. It's the dream of someone who remembers a dream, that is very similar to his own. I think of stories I like to make stories. To tell them. I know this must sound like the dream of little Iasonas. What will he be when he grows up. When I wake up, it'll happen again. It'll start all over...
Tuesday, November 21, 2017
Saturday, September 23, 2017
Remembrance day
Η μεγαλύτερη δυστυχία είναι που δεν αντιληφθήκαμε πως το διάνυσμα του χρόνου κινείται προς μια κατεύθυνση μόνο.
Sunday, March 19, 2017
Σε μια γη που ανατέλλει
Αν ταπεινώνουν το μέσα σου οι μπόρες
ρούφηξε όλους τους τρόμους και κάνε τους ρίζες.
Αν στο σκοτάδι τις σκέψεις σου θρέψεις
φρόντισε να 'χεις μ' αλήθεια υφάνει τις λέξεις.
ρούφηξε όλους τους τρόμους και κάνε τους ρίζες.
Αν στο σκοτάδι τις σκέψεις σου θρέψεις
φρόντισε να 'χεις μ' αλήθεια υφάνει τις λέξεις.
Sunday, March 12, 2017
Zona
The Zone is a very complicated system of traps, and they're all deadly. I don't know what's going on here in the absence of people, but the moment someone shows up, everything comes into motion. Old traps disappear and new ones emerge. Safe spots become impassable. Now your path is easy, now it's hopelessly involved. That's the Zone. It may even seem capricious. But it is what we've made it with our condition. It happened that people had to stop halfway and go back. Some of them even died on the very threshold of the room. But everything that's going on here depends not on the Zone, but on us!
Sunday, January 22, 2017
Σαρκικός λόγος
Τα ποιήματα που έζησα στο σώμα σου σωπαίνοντας,
θα μου ζητήσουν, κάποτε, όταν φύγεις, τη φωνή τους.
Όμως εγώ δε θάχω πια φωνή να τα μιλήσω.
Γιατί εσύ συνήθιζες πάντα
να περπατάς γυμνόποδη στις κάμαρες,
κι ύστερα μαζευόσουν στο κρεβάτι
ένα κουβάρι πούπουλα, μετάξι κι άγρια φλόγα.
Σταύρωνες τα χέρια σου
γύρω στα γόνατά σου,
αφήνοντας προκλητικά προτετεμένα
τα σκονισμένα σου ρόδινα πέλματα.
Να με θυμάσαι μού λεγες-έτσι
έτσι να με θυμάσαι με τα λερωμένα πόδια μου
με τα μαλλιά μου ριγμένα στα μάτια μου
γιατί έτσι βαθύτερα σε βλέπω.
Λοιπόν, πώς νάχω πια τη φωνή.
Ποτέ της η Ποίηση δεν περπάτησε έτσι
κάτω από τις πάλλευκες ανθισμένες μηλιές
κανενός Παραδείσου.
(Αθήνα, 16.11.81)
θα μου ζητήσουν, κάποτε, όταν φύγεις, τη φωνή τους.
Όμως εγώ δε θάχω πια φωνή να τα μιλήσω.
Γιατί εσύ συνήθιζες πάντα
να περπατάς γυμνόποδη στις κάμαρες,
κι ύστερα μαζευόσουν στο κρεβάτι
ένα κουβάρι πούπουλα, μετάξι κι άγρια φλόγα.
Σταύρωνες τα χέρια σου
γύρω στα γόνατά σου,
αφήνοντας προκλητικά προτετεμένα
τα σκονισμένα σου ρόδινα πέλματα.
Να με θυμάσαι μού λεγες-έτσι
έτσι να με θυμάσαι με τα λερωμένα πόδια μου
με τα μαλλιά μου ριγμένα στα μάτια μου
γιατί έτσι βαθύτερα σε βλέπω.
Λοιπόν, πώς νάχω πια τη φωνή.
Ποτέ της η Ποίηση δεν περπάτησε έτσι
κάτω από τις πάλλευκες ανθισμένες μηλιές
κανενός Παραδείσου.
(Αθήνα, 16.11.81)
Sunday, November 06, 2016
Αγνος
Τότε θα ’ρχόμουνα γυμνός
αγνός, καθάριος, φως μου
και θα ξανάρχιζα απ’ αρχής
τον τόσο λάθος βίο μου.
Τότε σαν σπόρος μες στη γη
θα φύτρωνα στο χιόνι,
το αγκάθι ανθός θα γίνονταν
για να μη σε πληγώνει.
αγνός, καθάριος, φως μου
και θα ξανάρχιζα απ’ αρχής
τον τόσο λάθος βίο μου.
Τότε σαν σπόρος μες στη γη
θα φύτρωνα στο χιόνι,
το αγκάθι ανθός θα γίνονταν
για να μη σε πληγώνει.
Tuesday, August 30, 2016
Το βλέμμα του Οδυσσέα
Όταν γυρίσω
θα γυρίσω με τα ρούχα και τ' όνομα ενός άλλου.
Kανείς δε θα με γνωρίσει.
Kι αν δε θα με γνωρίσεις και πεις «Δεν είσαι εσύ»,
θα σου δώσω σημάδια, να πιστέψεις.
Tη λεμονιά στον κήπο σου.
Tο ακρινό παράθυρο που μπάζει το φεγγάρι.
Kι ακόμα, σημάδια του κορμιού και της αγάπης.
Kι όταν ανεβούμε τρέμοντας στο παλιό δωμάτιο,
ανάμεσα σ' ένα αγκάλιασμα κι ένα άλλο,
ανάμεσα σ' ένα κάλεσμα κι ένα άλλο,
θα σου διηγούμαι το «ταξίδι» όλη νύχτα
κι όλες τις νύχτες που θα 'ρθουν.
Aνάμεσα σ' ένα αγκάλιασμα κι ένα άλλο,
ανάμεσα σ' ένα κάλεσμα κι ένα άλλο,
όλη την ανθρώπινη περιπέτεια,
την περιπέτεια που ποτέ δεν τελειώνει...
θα γυρίσω με τα ρούχα και τ' όνομα ενός άλλου.
Kανείς δε θα με γνωρίσει.
Kι αν δε θα με γνωρίσεις και πεις «Δεν είσαι εσύ»,
θα σου δώσω σημάδια, να πιστέψεις.
Tη λεμονιά στον κήπο σου.
Tο ακρινό παράθυρο που μπάζει το φεγγάρι.
Kι ακόμα, σημάδια του κορμιού και της αγάπης.
Kι όταν ανεβούμε τρέμοντας στο παλιό δωμάτιο,
ανάμεσα σ' ένα αγκάλιασμα κι ένα άλλο,
ανάμεσα σ' ένα κάλεσμα κι ένα άλλο,
θα σου διηγούμαι το «ταξίδι» όλη νύχτα
κι όλες τις νύχτες που θα 'ρθουν.
Aνάμεσα σ' ένα αγκάλιασμα κι ένα άλλο,
ανάμεσα σ' ένα κάλεσμα κι ένα άλλο,
όλη την ανθρώπινη περιπέτεια,
την περιπέτεια που ποτέ δεν τελειώνει...
Friday, February 12, 2016
Friday, March 06, 2015
Εἰς τὴν μυστηριώδην (Robert Desnos)
Σὲ ὀνειρεύτηκα τόσο ποὺ χάνεις τὴν πραγματικότητά σου.
Προφταίνω ἀκόμη ἄραγε νὰ ἀγγίξω τάχα τοῦτο τὸ ζωντανὸ σῶμα
καὶ νὰ φιλήσω σὲ τοῦτο τὸ στόμα πάνω τὴ γένεση
τῆς φωνῆς ποὺ λατρεύω;
Προφταίνω ἀκόμη ἄραγε νὰ ἀγγίξω τάχα τοῦτο τὸ ζωντανὸ σῶμα
καὶ νὰ φιλήσω σὲ τοῦτο τὸ στόμα πάνω τὴ γένεση
τῆς φωνῆς ποὺ λατρεύω;
Σὲ ὀνειρεύτηκα τόσο ποὺ τὰ χέρια μου συνήθισαν
σφιχταγκαλιάζοντας τὴ σκιά σου
νὰ σταυρώνονται πάνω στὸ στῆθος μου καὶ δὲν θὰ διπλώνονταν
γύρω ἀπὸ τὸ περίγραμμα τοῦ σώματός σου, μᾶλλον.
σφιχταγκαλιάζοντας τὴ σκιά σου
νὰ σταυρώνονται πάνω στὸ στῆθος μου καὶ δὲν θὰ διπλώνονταν
γύρω ἀπὸ τὸ περίγραμμα τοῦ σώματός σου, μᾶλλον.
Καὶ ποὺ μπροστὰ στὴν πραγματικὴ ἐμφάνιση
αὐτοῦ ποὺ μοῦ στοιχειώνει τὰ σωθικὰ
καὶ μὲ κυβερνᾶ μέρες καὶ χρόνια
θὰ γινόμουνα ἴσκιος κι ἐγὼ πιθανόν.
Ὢ ἀμφιταλαντεύσεις στὰ συναισθήματα!
Σὲ ὀνειρεύτηκα τόσο ποὺ δὲν προφταίνω πιὰ
σίγουρα νὰ ξυπνήσω.
Ὄρθιος κοιμᾶμαι, τὸ σῶμα μου ἐκτεθειμένο
σὲ ὅλα τὰ φαινόμενα τῆς ζωῆς
καὶ τῆς ἀγάπης καὶ σύ, ἡ μόνη
ποὺ μετρᾶ γιὰ μένα σήμερα,
θὰ μποροῦσα ἄραγε νὰ ἀγγίξω τουλάχιστον τὸ μέτωπό σου
καὶ τὰ χείλια σου σὰν τὰ πρῶτα τυχόντα χείλη
καὶ τὸ πρῶτο τυχὸν μέτωπο.
Σὲ ὀνειρεύτηκα τόσο, περπάτησα τόσο, μίλησα,
ξάπλωσα τόσο μὲ τὸ φάντασμά σου
ποὺ δὲν μοῦ ἀπομένει ἴσως πιά,
κι ὅμως, παρὰ νά ῾μαι κι ἐγὼ φάντασμα
ἀνάμεσα στὰ φαντάσματα καὶ πιότερο ἴσκιος
ἑκατὸ φορὲς καὶ ἀπὸ τὸν ἴσκιο ποὺ περιδιαβαίνει
καὶ θὰ περιδιαβαίνει εὐδιάθετα
πάνω ἀπὸ τὸ ἡλιακὸ καντρὰν τῆς ζωῆς σου.
Thursday, May 08, 2014
Ακόμη κι οι ελέφαντες
Τι δύσκολο να σε δω να σου χαμογελάσω
να προσποιηθούμε όλοι
να φανταστώ ένα μέλλον που να σε περικλείει
να πω ότι θα γυρίσουμε θα γυρίσεις
ν' αναπνεύσεις τον αέρα της γειτονιάς σου
να δεις την παραλία την καρδιά της ημέρας
ν' απολαύσεις τα σταφύλια τα ροδάκινα
αυτή την πολυτέλεια του φτωχού
να προσποιηθούμε όλοι
να φανταστώ ένα μέλλον που να σε περικλείει
να πω ότι θα γυρίσουμε θα γυρίσεις
ν' αναπνεύσεις τον αέρα της γειτονιάς σου
να δεις την παραλία την καρδιά της ημέρας
ν' απολαύσεις τα σταφύλια τα ροδάκινα
αυτή την πολυτέλεια του φτωχού
πώς να μιλήσουμε γι' αυτά τα απλά πράγματα
που νοστιμεύουν τη ζωή και τη ζωή σου
αν ξέρουμε ότι ακολουθούν τα ίχνη σου
και κανείς δεν πρέπει να σε φυλάξει ή να σε κρύψει
ούτε θα μπορέσει να πείσει το λαγωνικό σου
ούτε να πεθάνει για σένα ούτε να ξεσπάσει
σ' ένα κλάμα-κλειδί για να μείνεις
ζωντανός ανάμεσά μας
που νοστιμεύουν τη ζωή και τη ζωή σου
αν ξέρουμε ότι ακολουθούν τα ίχνη σου
και κανείς δεν πρέπει να σε φυλάξει ή να σε κρύψει
ούτε θα μπορέσει να πείσει το λαγωνικό σου
ούτε να πεθάνει για σένα ούτε να ξεσπάσει
σ' ένα κλάμα-κλειδί για να μείνεις
ζωντανός ανάμεσά μας
στην αρχή η εξορία ήταν
μόνο το αγκάθι του να ζεις μακριά
τώρα είναι κι αυτό του να πεθαίνεις μακριά
ήδη η λίστα έχει τέσσερις-πέντε
η μοναξιά ο καρκίνος και οι σφαίρες
τους αποτέλειωσαν και ποιος ξέρει
όσο περισσότεροι είναι τώρα τόσο λιγότεροι
στην περιπλανώμενη χώρα
μόνο το αγκάθι του να ζεις μακριά
τώρα είναι κι αυτό του να πεθαίνεις μακριά
ήδη η λίστα έχει τέσσερις-πέντε
η μοναξιά ο καρκίνος και οι σφαίρες
τους αποτέλειωσαν και ποιος ξέρει
όσο περισσότεροι είναι τώρα τόσο λιγότεροι
στην περιπλανώμενη χώρα
η γουλιά είναι ακόμη πιο πικρή
γιατί να πεθαίνεις εξόριστος είναι η ένδειξη
ότι όχι μόνο σε σένα αλλά σε όλους
μας αφαίρεσαν αυτό το τελευταίο δικαίωμα
να εγκαταλείψουμε το τρένο στον σταθμό
όπου άρχισε το ταξίδι / μας αφαίρεσαν
αυτόν τον σπιτικό θάνατο που ξέρει
από ποια μεριά κοιμόμαστε και τι όνειρα
φέρνει η αγρύπνια
γιατί να πεθαίνεις εξόριστος είναι η ένδειξη
ότι όχι μόνο σε σένα αλλά σε όλους
μας αφαίρεσαν αυτό το τελευταίο δικαίωμα
να εγκαταλείψουμε το τρένο στον σταθμό
όπου άρχισε το ταξίδι / μας αφαίρεσαν
αυτόν τον σπιτικό θάνατο που ξέρει
από ποια μεριά κοιμόμαστε και τι όνειρα
φέρνει η αγρύπνια
γι' αυτό όταν δέχομαι ότι φεύγεις
χωρίς να έχεις επιστρέψει και μάλιστα στην αγκαλιά
ενός λαού που είναι αδερφός / σου υπόσχομαι
ν' αγωνιστώ όχι μόνο για ν' αλλάξω τη ζωή
αλλά και για να προστατέψω τον θάνατο
τον δικό μας / που είναι μήτρα και γέννηση
να πεθαίνεις όπου θέλεις / όπως απαιτούν
ακόμη κι οι ελέφαντες.
M. Benedetti
χωρίς να έχεις επιστρέψει και μάλιστα στην αγκαλιά
ενός λαού που είναι αδερφός / σου υπόσχομαι
ν' αγωνιστώ όχι μόνο για ν' αλλάξω τη ζωή
αλλά και για να προστατέψω τον θάνατο
τον δικό μας / που είναι μήτρα και γέννηση
να πεθαίνεις όπου θέλεις / όπως απαιτούν
ακόμη κι οι ελέφαντες.
M. Benedetti
Thursday, October 24, 2013
Ο ωραιος δραπετης
Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φθηνότερα λόγια.
Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε.
Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε.
Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα.
Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου
μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι
στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,
φορώντας τις λευκές σου μπότες.
Από τα άγνωστα του Ρίτσου.
Από τα άγνωστα του Ρίτσου.
Saturday, October 12, 2013
Wednesday, October 02, 2013
Θεσσαλονικη II
Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω 'τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώΤο δαχτυλίδι που 'φερνα μου το 'κλεψε η Οράγια
τον παπαγάλο μάδησε και έπαψε να μιλεί.
Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά
εμούτζωσε τη θάλασσα και τηνε κατουράει.
Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι
να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
μπορεί να 'ρθω απ’ τα πέλαγα με τη φυρονεριά.
Monday, September 30, 2013
Yara Yara
Γελάς, μα εγώ σε πούλησα στο Rio για δυο centavos
κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Βηρυτό.
Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.
Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; Ματώνει, δε σκοτώνει.
Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.
κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Βηρυτό.
Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.
Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; Ματώνει, δε σκοτώνει.
Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.
Subscribe to:
Posts (Atom)


