The man who said "I'd rather be lucky than good" saw deeply into life.
People are afraid to face how great a part of life is dependent on luck. It's scary to think so much is out of one's control.
There are moments in a match when the ball hits the top of the net, and for a split second, it can either go forward or fall back. With a litte luck, it goes forward, and you win. Or maybe it doesn't, and you lose.
The story I'm going to tell, is not my story. It is the story of someone, who is telling a story which is very similar to his own. The dream I will remember, won't be mine. It's the dream of someone who remembers a dream, that is very similar to his own. I think of stories I like to make stories. To tell them. I know this must sound like the dream of little Iasonas. What will he be when he grows up. When I wake up, it'll happen again. It'll start all over...
Sunday, September 17, 2006
Saturday, September 16, 2006
Η απουσία μου
Χάθηκα έτσι; Τόσους μήνες συνομωσία σιωπής.
Ξαπλωμένος, συγκεντρώνω την προσοχή μου σ’ ένα αντικείμενο, εστιάζω, το απορροφώ ολόκληρο, το ερωτεύομαι, με ναρκώνει, γίνομαι αυτό. Αγγίζω τα όρια της τρέλας, κρατάω στα χέρια μου τη λύτρωση, όμως δεν τη θέλω, δεν είναι αυτός ο σκοπός μου.
Αρκεί να της μιλήσω και θα ησυχάσω ή να της γράψω όλα αυτά και θα σωθώ. Η μανία να θεοποιήσω αυτό ένα γυναικείο κορμί, να του υποταχθώ, να το προσκυνήσω και να το λατρέψω. Η ερωτική πράξη, η θυσία μου στην τελειότητα των γραμμών του.
Πρέπει να μάθει δε θα το κάνω όμως.
Ξαπλωμένος, συγκεντρώνω την προσοχή μου σ’ ένα αντικείμενο, εστιάζω, το απορροφώ ολόκληρο, το ερωτεύομαι, με ναρκώνει, γίνομαι αυτό. Αγγίζω τα όρια της τρέλας, κρατάω στα χέρια μου τη λύτρωση, όμως δεν τη θέλω, δεν είναι αυτός ο σκοπός μου.
Αρκεί να της μιλήσω και θα ησυχάσω ή να της γράψω όλα αυτά και θα σωθώ. Η μανία να θεοποιήσω αυτό ένα γυναικείο κορμί, να του υποταχθώ, να το προσκυνήσω και να το λατρέψω. Η ερωτική πράξη, η θυσία μου στην τελειότητα των γραμμών του.
Πρέπει να μάθει δε θα το κάνω όμως.
Απ' Το Άπειρο Σε Σένα
Μέσα από τόσα τραύματα υπάρχω
σαν πέτρα σκοτεινή μες το νερό
στους δρόμους που περπάτησες θε'να'ρθω
το δροσερό χαλάζι των ματιών σου για να πιω
Με ένα ζευγάρι μάτια φοβισμένα
και με μια αστροφώτιστη αγκαλιά
Πες μου τι θα'μαι αλήθεια εγώ χωρίς εσένα
και σε ποια κόλαση θα ξοδευτώ ξανά
Μικρό κορίτσι με τα βήματα χαμένα
τυχαία γόνατα ξεκούρασαν τα οστά μου
μα πάντα θα'ρχομαι απ'το άπειρο σε σένα
με το χαμόγελο σου στη ματιά μου
Παντελής Ροδόστογλου
σαν πέτρα σκοτεινή μες το νερό
στους δρόμους που περπάτησες θε'να'ρθω
το δροσερό χαλάζι των ματιών σου για να πιω
Με ένα ζευγάρι μάτια φοβισμένα
και με μια αστροφώτιστη αγκαλιά
Πες μου τι θα'μαι αλήθεια εγώ χωρίς εσένα
και σε ποια κόλαση θα ξοδευτώ ξανά
Μικρό κορίτσι με τα βήματα χαμένα
τυχαία γόνατα ξεκούρασαν τα οστά μου
μα πάντα θα'ρχομαι απ'το άπειρο σε σένα
με το χαμόγελο σου στη ματιά μου
Παντελής Ροδόστογλου
Friday, September 15, 2006
Μονολογος
Στις κόγχες των οστών σου να με βάλεις, να κρυφτώ από την καθημερινή μου τρέλα μες στη σιωπή και τη γαλήνη σου. Μη μιλήσεις, όχι ήχους, μόνο αυτό σου ζητάω.
Παραμελείς τις άλλες σου αισθήσεις ή αδιαφορείς; Η αφή δε σημαίνει τίποτα για σένα; Κινείσαι πάνω στην επιφάνεια του δέρματος, σου το αγγίζεις όποτε το χρειάζεσαι; ‘Εχεις δει τον εαυτό σου γυμνό να χαιδεύει όλα τα σημεία του σώματος σου; Με αργές τελετουργικές κινήσεις. Γνωρίζεις ότι αυτή είναι η πηγή της δημιουργίας; Το έχεις συνηθίσει, γι’ αυτό αδιαφορείς.
Έχεις δαγκώσει, έχεις γευτεί τη σάρκα σου, πρέπει να καταλάβεις τι ακριβώς είναι, ότι κάθε τι πάνω σου εξυπηρετεί την τελειότητα, μην παραμελήσεις τίποτα, δεν υπάρχει κάτι περιττό, δεν πρέπει να σ’ ενοχλεί τίποτα.
Έχεις ακούσει μες στη σιωπή την ανάσα σου, άλλοτε αργή, άλλοτε γρήγορη, λαχανιασμένη, τη ροή της ζωής μέσα σου, τη συνεχόμενη γέννηση;
Μύρισες ποτέ τους χυμούς που κυλάνε μέσα στους πόρους σου; Ένιωσες τη θερμότητα των σωθικών σου, την υγρασία μέσα σου;
Παραμελείς τις άλλες σου αισθήσεις ή αδιαφορείς; Η αφή δε σημαίνει τίποτα για σένα; Κινείσαι πάνω στην επιφάνεια του δέρματος, σου το αγγίζεις όποτε το χρειάζεσαι; ‘Εχεις δει τον εαυτό σου γυμνό να χαιδεύει όλα τα σημεία του σώματος σου; Με αργές τελετουργικές κινήσεις. Γνωρίζεις ότι αυτή είναι η πηγή της δημιουργίας; Το έχεις συνηθίσει, γι’ αυτό αδιαφορείς.
Έχεις δαγκώσει, έχεις γευτεί τη σάρκα σου, πρέπει να καταλάβεις τι ακριβώς είναι, ότι κάθε τι πάνω σου εξυπηρετεί την τελειότητα, μην παραμελήσεις τίποτα, δεν υπάρχει κάτι περιττό, δεν πρέπει να σ’ ενοχλεί τίποτα.
Έχεις ακούσει μες στη σιωπή την ανάσα σου, άλλοτε αργή, άλλοτε γρήγορη, λαχανιασμένη, τη ροή της ζωής μέσα σου, τη συνεχόμενη γέννηση;
Μύρισες ποτέ τους χυμούς που κυλάνε μέσα στους πόρους σου; Ένιωσες τη θερμότητα των σωθικών σου, την υγρασία μέσα σου;
Tuesday, September 12, 2006
Το τέλος του χρόνου
Λίγο πριν τη συντέλεια. Αφού το μεγαλύτερο ανθρώπινο κατασκεύασμα ο λόγος απέτυχε στο σκοπό του δεν υπάρχει πλέον κανένα νόημα για συνέχεια.
Αυτές κανονικά θα έπρεπε να είναι οι τελευταίες λέξεις που βγαίνουν από στόμα ανθρώπινο. Να δωθεί ένας επίλογος σ’ ένα ανορθόδοξο επιχείρημα.
Οι τελευταίες στιγμές πριν την οριστική καταστροφή. Η ροή του χρόνου γινόταν όλο και πιο ανελέητη. Μέσα σ’ αυτό το στροβιλιζόμενο κουβάρι ο άνθρωπος έχασε τις ιδιότητες του. Η ζωή έγινε μονοδιάστατη. Ένας άξονας μια πορεία. Για κάποιους ίσως υπήρχαν αναλαμπές όπως υπερκαινοφανούς. Όλοι όμως μετατράπηκαν σε απλοί παρατηρητές του παρόντος αμέτοχοι της ζωής τους. Κάθε τι που συνέβαινε καταστρέφονταν αμέσως μετά την ολοκλήρωση του. Έτσι πραγματοποιήθηκε η κατάρρευση του χρόνου.
Ο χρόνος προχωρούσε όμως όλα παρέμεναν ίδια. Η στασιμότητα δεν είναι το τέλος; Συνέβαιναν τεράστιες αλλαγές όμως κανείς δεν καταλάβαινε τίποτα. Η εκμετάλλευση και σπατάλη των λέξεων είχε καταστρέψει το εσωτερικό τους περιεχόμενο. Μαζί τους παρασύρθηκαν η μνήμη και το παρελθόν. Όλα έγιναν μια τελεία ένα σημείο ή ένας μεγάλος πύργος της Βαβέλ. Οι άνθρωποι αδυνατούσαν πλήρως να συνεννοηθούν γι’ αυτό έφυγα. Στον λαβύρινθο του τρόμου όπως στο λούνα παρκ σ’ ένα μαύρο διάδρομο πετάγονται από παντού ρευστές λιωμένες τρομακτικές φιγούρες που γελούν σατανικά υποτιμητικά ίσως. Δε με τρομάζουν αδιαφορώ για την παρουσία τους. Εξάλλου φεύγω. Υπάρχει όμως μια αδυναμία. Να ξεφύγω από τις ίδιες τις λέξεις ν’ αδιαφορήσω γι’ αυτές. Τότε με αρπάζουν οι δαίμονες και μ’ εκτοξεύουν με δύναμη πίσω.
Αυτές κανονικά θα έπρεπε να είναι οι τελευταίες λέξεις που βγαίνουν από στόμα ανθρώπινο. Να δωθεί ένας επίλογος σ’ ένα ανορθόδοξο επιχείρημα.
Οι τελευταίες στιγμές πριν την οριστική καταστροφή. Η ροή του χρόνου γινόταν όλο και πιο ανελέητη. Μέσα σ’ αυτό το στροβιλιζόμενο κουβάρι ο άνθρωπος έχασε τις ιδιότητες του. Η ζωή έγινε μονοδιάστατη. Ένας άξονας μια πορεία. Για κάποιους ίσως υπήρχαν αναλαμπές όπως υπερκαινοφανούς. Όλοι όμως μετατράπηκαν σε απλοί παρατηρητές του παρόντος αμέτοχοι της ζωής τους. Κάθε τι που συνέβαινε καταστρέφονταν αμέσως μετά την ολοκλήρωση του. Έτσι πραγματοποιήθηκε η κατάρρευση του χρόνου.
Ο χρόνος προχωρούσε όμως όλα παρέμεναν ίδια. Η στασιμότητα δεν είναι το τέλος; Συνέβαιναν τεράστιες αλλαγές όμως κανείς δεν καταλάβαινε τίποτα. Η εκμετάλλευση και σπατάλη των λέξεων είχε καταστρέψει το εσωτερικό τους περιεχόμενο. Μαζί τους παρασύρθηκαν η μνήμη και το παρελθόν. Όλα έγιναν μια τελεία ένα σημείο ή ένας μεγάλος πύργος της Βαβέλ. Οι άνθρωποι αδυνατούσαν πλήρως να συνεννοηθούν γι’ αυτό έφυγα. Στον λαβύρινθο του τρόμου όπως στο λούνα παρκ σ’ ένα μαύρο διάδρομο πετάγονται από παντού ρευστές λιωμένες τρομακτικές φιγούρες που γελούν σατανικά υποτιμητικά ίσως. Δε με τρομάζουν αδιαφορώ για την παρουσία τους. Εξάλλου φεύγω. Υπάρχει όμως μια αδυναμία. Να ξεφύγω από τις ίδιες τις λέξεις ν’ αδιαφορήσω γι’ αυτές. Τότε με αρπάζουν οι δαίμονες και μ’ εκτοξεύουν με δύναμη πίσω.
Monday, September 11, 2006
Έτσι σε βλέπω
Κρατιόμουν στέρεη επάνω του. Έκανε το μυαλό μου να σταθεί όρθιο στα πόδια του, να νιώσει ότι πατάει στη γη, να διώξει την ανασφάλεια. Κι όλα αυτά όχι μ’ έναν ορθολογισμό σκοτεινό και τυφλό.
Ξεκινούσε να μιλάει κι έλεγε: Κάπως έτσι είναι αυτό... και το περιέγραφε ολόκληρο, χωρίς ντροπή τα έλεγε όλα και τις λεπτομέρειες, ακόμη κι αυτά που δεν ήταν απαραίτητα.
Άρπαζε το χωροχρόνο και τον ξέσκιζε, τον παραμόρφωνε. Χιλιάδες αντίπαλοι πάλευαν μέσα του και διαφωνούσαν. Στο τέλος έπεφταν όλοι κάτω εξουθενωμένοι αλλά παντοδύναμοι.
Ξεκινούσε να μιλάει κι έλεγε: Κάπως έτσι είναι αυτό... και το περιέγραφε ολόκληρο, χωρίς ντροπή τα έλεγε όλα και τις λεπτομέρειες, ακόμη κι αυτά που δεν ήταν απαραίτητα.
Άρπαζε το χωροχρόνο και τον ξέσκιζε, τον παραμόρφωνε. Χιλιάδες αντίπαλοι πάλευαν μέσα του και διαφωνούσαν. Στο τέλος έπεφταν όλοι κάτω εξουθενωμένοι αλλά παντοδύναμοι.
Ο χρονος ειναι ο χειροτερος γιατρος
Για να περάσει ο χρόνος μακριά σου τον τρώω σα σκουλήκι που τρώει αργά το ξύλο και το σαπίζει.
Τον ακινητοποιώ και τον παρατηρώ μπορείς να το καταλάβεις αυτό;
Το προσποιητό, επιτηδευμένο λίκνισμα του τραγουδιστή πάνω στη σκηνή.
Κόβω ένα καρέ από την κίνηση.
Μένει γερμένος πίσω με το στόμα ανοιχτό χωρίς να ολοκληρώσει το τραγούδι κι έτσι περνάνε εκατό ώρες μακριά σου.
Φτιάχνω μια μεγάλη δίνη τον ρουφάει μέσα και τελειώνει.
Τον ακινητοποιώ και τον παρατηρώ μπορείς να το καταλάβεις αυτό;
Το προσποιητό, επιτηδευμένο λίκνισμα του τραγουδιστή πάνω στη σκηνή.
Κόβω ένα καρέ από την κίνηση.
Μένει γερμένος πίσω με το στόμα ανοιχτό χωρίς να ολοκληρώσει το τραγούδι κι έτσι περνάνε εκατό ώρες μακριά σου.
Φτιάχνω μια μεγάλη δίνη τον ρουφάει μέσα και τελειώνει.
Saturday, September 09, 2006
Ένα απόγευμα με τον Leonard Cohen
Μια εικόνα στο μυαλό. Ξύπνησα αργά το απόγευμα. Ξέχασα, πίστεψα ότι ήταν όνειρο όλα. Ίχνη ομίχλης και βαριά σκοτεινή ατμόσφαιρα. Ακούγεται ένα τραγούδι και κοιμάμαι πάλι. Γυναικεία φωνή απελπισμένη. Πριν από έναν αιώνα περίπου στο Παρίσι τη φαντάζομαι. Φωνή θλιμμένη, ειρωνική, μεγάλη ντίβα προδωμένη και μόνη. Έχασε τον εαυτό της, παραδώθηκε στο κοινό, αφέθηκε στην αργή αυτοκαταστροφή. Ίσως είναι αλκοολική λένε, τραγουδάει μακρόσυρτα ερωτικά τραγούδια. Η φωνή της τρέμει κι ο κόσμος ριγεί στο άκουσμα της. Ένα πιάνο, μαύρο πάντα φόρεμα, τα γραμμόφωνα μαγεύονται όταν παίζουν δίσκους της και δεν σταματούν ποτέ. Ακούγεται σ’ όλη την πόλη από άκρη σ’ άκρη, περνάει μέσα από τον Σηκουάνα. Οι ζητιάνοι μαζεύονται έξω από το μαγαζί που τραγουδά και κάθονται στα πεζοδρόμια. Χαλάνε τη βιτρίνα τ’ αφεντικά όμως δε μπορούν να τους διώξουν. Το μεγάλο φως είναι στραμμένο πάνω της, φαίνεται να θέλει να πεθάνει. Κάθε φορά που ξεκινά ο κόσμος κρατάει την ανάσα του. Τα θλιβερά τανγκό, απελπισμένοι έρωτες που τραγουδά, έχουν ρίξει σε βαθιά μελαγχολία ολόκληρη την πρωτεύουσα. Η φωνή της ένας παράφορος τριγμός, σαν ένα σύρμα να γρατσουνάει τις χορδές. Δίνει μια άνιση μάχη με τις λέξεις. Βγαίνει πληγωμένη απ’ αυτήν, τα τραύματα της είναι βαθιά. Δε χρησιμοποιεί τις λέξεις για να εκφράσει κάτι. Δίνει το δικό της νόημα σ’ αυτές. Οι λέξεις που βγαίνουν απ’ τις πληγές της φτιάχνονται εκείνη τη στιγμή και το νόημα τους το ίδιο. Touch me… η φωνή της πρόστυχη και αγνή συγχρόνως.
Κάποιοι μιλάνε για έναν έρωτα της πολύ παλιά, κανείς όμως δεν ξέρει για το τέλος του. Από τότε δεν είχε ποτέ συντροφιά κάτι ζωντανό. Όσοι φρόντιζαν γι’ αυτήν δεν είχαν μιλήσει ποτέ μαζί της. Με γράμματα κανόνιζε που θα τραγουδήσει. Από το μικρό πατάρι που μένει βλέπει όλα όσα θέλει. Τα υγρά πεζοδρόμια, τα ποδήλατα, τα αυτοκίνητα, τους κυρίους με τα ψηλά μαύρα καπέλα και τις μακριές καμπαρντίνες, τις κυρίες με τα μονόχρωμα μακριά φουστάνια, τα φανταχτερά καπέλα και τις ομπρέλες, τις κινήσεις και τις ομιλίες τα ποταμόπλοια, επιδείξεις με αερόστατα και αεροπλάνα, πολιτικές αναταραχές πολέμους. Αυτή μένει απείραχτη εκεί πάνω, σαν μέσα σε γυάλα, την τοποθέτησαν εκεί, την άφησαν σε απομόνωση μόνο για να τους χαρίζει τη θλιμμένη φωνή της.
...and dance me… ένας αρμονικός πανζουρλισμός με βιολιά και πιάνο. Τραγουδά για πρώτη φορά για τον εαυτό της και κάποιον άλλο. Είναι το ελαφρύ περπάτημα τους σα να αιωρούνται πάνω σ’ ένα πέπλο σε μια πλατεία τεράστια τετράγωνη και άδεια με λίγα φώτα να ξεχύνονται από το πλακόστρωτο.
Κάποιοι μιλάνε για έναν έρωτα της πολύ παλιά, κανείς όμως δεν ξέρει για το τέλος του. Από τότε δεν είχε ποτέ συντροφιά κάτι ζωντανό. Όσοι φρόντιζαν γι’ αυτήν δεν είχαν μιλήσει ποτέ μαζί της. Με γράμματα κανόνιζε που θα τραγουδήσει. Από το μικρό πατάρι που μένει βλέπει όλα όσα θέλει. Τα υγρά πεζοδρόμια, τα ποδήλατα, τα αυτοκίνητα, τους κυρίους με τα ψηλά μαύρα καπέλα και τις μακριές καμπαρντίνες, τις κυρίες με τα μονόχρωμα μακριά φουστάνια, τα φανταχτερά καπέλα και τις ομπρέλες, τις κινήσεις και τις ομιλίες τα ποταμόπλοια, επιδείξεις με αερόστατα και αεροπλάνα, πολιτικές αναταραχές πολέμους. Αυτή μένει απείραχτη εκεί πάνω, σαν μέσα σε γυάλα, την τοποθέτησαν εκεί, την άφησαν σε απομόνωση μόνο για να τους χαρίζει τη θλιμμένη φωνή της.
...and dance me… ένας αρμονικός πανζουρλισμός με βιολιά και πιάνο. Τραγουδά για πρώτη φορά για τον εαυτό της και κάποιον άλλο. Είναι το ελαφρύ περπάτημα τους σα να αιωρούνται πάνω σ’ ένα πέπλο σε μια πλατεία τεράστια τετράγωνη και άδεια με λίγα φώτα να ξεχύνονται από το πλακόστρωτο.
Σιχαμερα Σαββατοκυριακα
11 ακομη
Και το ενα απο αυτα "long weekend", με Δευτερα των Ευχαριστιων, που ειναι το ιδιο σιχαμερη σαν Κυριακη
Απο μικρος τα σιχαινομουν τα Σ-Κ
Γιατι δεν ειχε σχολειο, ημουν παιδι του στυλ "no school, no party",
γιατι ερχοταν η ξαδερφη και επρεπε να παιζουμε μαζι της ηλιθια κοριτσιστικα παιχνιδια,
και αν παιζαμε ποδοσφαιρο μας καρφωνε
Χειμερια ναρκη
11 ακομη
Και το ενα απο αυτα "long weekend", με Δευτερα των Ευχαριστιων, που ειναι το ιδιο σιχαμερη σαν Κυριακη
Απο μικρος τα σιχαινομουν τα Σ-Κ
Γιατι δεν ειχε σχολειο, ημουν παιδι του στυλ "no school, no party",
γιατι ερχοταν η ξαδερφη και επρεπε να παιζουμε μαζι της ηλιθια κοριτσιστικα παιχνιδια,
και αν παιζαμε ποδοσφαιρο μας καρφωνε
Χειμερια ναρκη
11 ακομη
Friday, September 08, 2006
Η φανερη γοητεια της πουτανιας
"δυο λογιών όμορφες γυναίκες συναντά το μάτι:
εκείνες που φέρουν την ομορφιά τους με μια γλυκιά συστολή, που φέρουν την ομορφιά τους ως δώρο (δώρο για το οποίο νιώθουν σχεδόν μια ενοχή)
κι εκείνες που φέρουν την ομορφιά τους με μια επιθετικότητα, με μια υπεροψία, που φέρουν την ομορφιά τους ως σημείο υπεροχής και επιβολής,
εκείνες που οπλοφορούν χυδαίως την ομορφιά τους."
το copyright του οποιου αποδιδεται στον Old Boy
Πρεπει να προσθεσω κι εγω κατι θα με κυνηγαει για πνευματικα δικαιωματα.
Το παλευω εδω και μερες αυτο, ομως στριφογυριζω γυρω απο κοινοτυπες ερωτησεις που απαντησεις μπορεις να ακους σε ολη σου τη ζωη, καθε μια διαφορετικη.
"Γι αυτο μας αποκαλειται μαλακες, επειδη μας γοητευουν οι ... δευτερες;"
"Γιατι κανουμε μαλακιες;"
"Γιατι κανουμε λαθος επιλογες;"
Προφανως κατι κινησε το νου του Old Boy για να το γραψει αυτο,
κατι συνεβει και σε μενα για να το σκεφτομαι εδω και καποιες μερες και να γραφω κατι γι αυτο.
Παλι ομως επιστρεφω εκει απ' οπου ξεκινησα.
Δεν μπορω να σκεφτω τιποτα σχετικα με το θεμα και οτι κι αν πειτε θα ειναι πολυ κοινοτυπο
εκείνες που φέρουν την ομορφιά τους με μια γλυκιά συστολή, που φέρουν την ομορφιά τους ως δώρο (δώρο για το οποίο νιώθουν σχεδόν μια ενοχή)
κι εκείνες που φέρουν την ομορφιά τους με μια επιθετικότητα, με μια υπεροψία, που φέρουν την ομορφιά τους ως σημείο υπεροχής και επιβολής,
εκείνες που οπλοφορούν χυδαίως την ομορφιά τους."
το copyright του οποιου αποδιδεται στον Old Boy
Πρεπει να προσθεσω κι εγω κατι θα με κυνηγαει για πνευματικα δικαιωματα.
Το παλευω εδω και μερες αυτο, ομως στριφογυριζω γυρω απο κοινοτυπες ερωτησεις που απαντησεις μπορεις να ακους σε ολη σου τη ζωη, καθε μια διαφορετικη.
"Γι αυτο μας αποκαλειται μαλακες, επειδη μας γοητευουν οι ... δευτερες;"
"Γιατι κανουμε μαλακιες;"
"Γιατι κανουμε λαθος επιλογες;"
Προφανως κατι κινησε το νου του Old Boy για να το γραψει αυτο,
κατι συνεβει και σε μενα για να το σκεφτομαι εδω και καποιες μερες και να γραφω κατι γι αυτο.
Παλι ομως επιστρεφω εκει απ' οπου ξεκινησα.
Δεν μπορω να σκεφτω τιποτα σχετικα με το θεμα και οτι κι αν πειτε θα ειναι πολυ κοινοτυπο
Wednesday, September 06, 2006
Όνειρο φθινοπωρινής νυκτός
Περπατάμε σ’ ένα δάσος. Δε σου πιάνω το χέρι ούτε σε βλέπω. Είμαι σίγουρος όμως για την παρουσία σου. Δε μπορώ να καταλάβω που ακριβώς βρισκεσαι, όνειρο είναι αυτό, όμως σε νιωθω πολύ κοντά. Ίσως με παρακολουθείς διακριτικά λίγο πιο πίσω. Η ανάσα σου ακούγεται.
Τα δέντρα ξαφνικά τελειώνουν και βγαίνουμε σ’ ένα τετράγωνο ξέφωτο γεμάτο αερόστατα. Διάφορα μεγέθη, σχήματα, χρώματα. Όλα δεμένα με σκοινί σε πάσαλους στο έδαφος. Σαν κάποιος να τα ‘χει ετοιμάσει για κάποιο σκοπό. Κάποιο αγώνα διαγωνισμό ίσως.
Σου λέω να κλέψουμε ένα. Με μαλώνεις “μικρό παιδί μπορεί να τα χρειάζονται κάποιοι...”.
Σ’ αφήνω να προχωρήσεις λίγο πιο μπροστά και τα ελευθερώνω όλα στον αέρα.
Τα δέντρα ξαφνικά τελειώνουν και βγαίνουμε σ’ ένα τετράγωνο ξέφωτο γεμάτο αερόστατα. Διάφορα μεγέθη, σχήματα, χρώματα. Όλα δεμένα με σκοινί σε πάσαλους στο έδαφος. Σαν κάποιος να τα ‘χει ετοιμάσει για κάποιο σκοπό. Κάποιο αγώνα διαγωνισμό ίσως.
Σου λέω να κλέψουμε ένα. Με μαλώνεις “μικρό παιδί μπορεί να τα χρειάζονται κάποιοι...”.
Σ’ αφήνω να προχωρήσεις λίγο πιο μπροστά και τα ελευθερώνω όλα στον αέρα.
Tuesday, September 05, 2006
Του Γ. Χειμωνά
“Ξέρεις τι είναι τα συναισθήματα Κωνσταντίνε; Λέει λυπημένα η Κυβέλη. Έχεις δει ποτέ πώς είναι ένα συναίσθημα; Εγώ τώρα θα σου δείξω και θα δείς για πρώτη φορά συναισθήματα ανθρώπου. Η Κυβέλη ξεκούμπωσε το φαρδύ μακρύ γκρίζο φόρεμα της έπεσε γύρω από τα πόδια της. Στάθηκε ολόγυμνη λίγο καμπουριασμένη με το ένα χέρι της στο στήθος. Όλο της το σώμα ήταν χαρακωμένο. Οργωμένο από μεγάλες κλειστές πληγές παλιές και μερικά μέρη. Ήταν τυλιγμένα με γάζες και η Κυβέλη άρχισε να τις ξετυλίγει και φάνηκαν. Καινούριες ανοιχτές πληγές που αιμάτωναν ακόμα. Αποτράβηξε το χέρι της από το στήθος. Οι μαστοί της ήταν κομμένοι σύρριζα και στην θέση τους δυο πλατειές καφετιές ουλές σαν ρόζοι. Με μια τελευταία κίνηση τράβηξε το μαύρο κάλυμμα από το πρόσωπο της και είδα το σκεπασμένο μάτι της. Την αδειανή του βουλιαγμένη κόγχη το μάτι της βγαλμένο. Μια ολόκληρη ζωή λέει η Κυβέλη να ταπεινώνω το σώμα μου να βασανίζομαι να θέλω να αφανιστώ. Γι’ αυτό δεν ξαναγύρισα ποτέ στην Ελλάδα. Για να μη σου κάνω κακό και το καθήκον μου εσένα να αφανίσω. Γιατί μ΄αυτή την μοίρα γεννήθηκα να σε εξοντώσω κι αυτό το χρέος μου το πλήρωνα πάνω στο δικό μου σώμα. Ήμουν μαζί ο ποιητής και ο εχθρός. Μονάχα μια γυναίκα μπορεί να καταλάβει πως είναι δυνατό μέσα σε μια ψυχή ανθρώπου να υπάρχουν μαζί ο θάνατος και η στοργή. Που δεν είναι ούτε έχθρα ούτε αγάπη. Θεέ μου αυτά τα άναρθρα. Τα άγνωστα ονόματα της ψυχής μας. Ρήμαξαν τη ζωή μου. Γιατί εγώ λέει με πένθος η Κυβέλη κι έτσι όπως την έβλεπα σκυμμένη είχε γεράσει είκοσι χρόνια. Εγώ ήμουν η γεννημένη για την ποίηση. Μη φανταστείς πως η συναισθηματική φροντίδα μου για σένα με εμπόδιζε. Η τέχνη δεν καταδέχεται τις θυσίες και μη σκεφτείς ότι η προστασία μου η αγάπη μου προς εσένα με εμπόδισε να φθάσω στον θρίαμβο μου σ’ αυτήν την χριστιανοσύνη που εγώ προορίσθηκα για να την εξαπλώσω. Για όλα ήμουν ικανή. Κι εσένα να προστατεύσω όπως το έκανα αγόγγυστα τρυφερά το έκανα και μαζί να δημιουργήσω. Ξέρω καλά τα εντόσθια μου ένα-ένα ψηλαφώ τις λειτουργίες τους πως αλέθαν. Πυρπολούσαν λεηλατούσαν τις βάρβαρες ομιλίες σας και ετοιμάζονταν να εκκρίνουν τους ιερούς μου φθόγγους αφού από τους δικούς σας γίνονταν. Γιατί ο ποιητής δεν έχει δικιά του φωνή και με την φωνή του μιλάν οι άνθρωποι κι ο κόσμος. Τους ψηλαφούσα κάτω από το πετσί μου τους φθόγγους μου που έρρεαν στο αίμα μου πως έσφυζαν κι αγωνιζόνταν να βγουν να φτάσουν την φωνή μου. Δεν την έφθαναν. Ποτέ δεν έφθασαν. “
(Από το ‘ Ο εχθρός του ποιητή ‘)
Καταλαβαίνεις τώρα; Έτσι είναι αυτό που οι άλλοι αποκαλούν συναίσθημα. Οι λέξεις με κυνηγάνε είναι ζωντανές.
(Από το ‘ Ο εχθρός του ποιητή ‘)
Καταλαβαίνεις τώρα; Έτσι είναι αυτό που οι άλλοι αποκαλούν συναίσθημα. Οι λέξεις με κυνηγάνε είναι ζωντανές.
Monday, September 04, 2006
Άννα
Μια διαδικασία ξεκινά. Ανάλογη με αυτή της καταστροφής, ανώδυνη όμως. Όπως πάντα πριν από σημαντικό γεγονός το γνωρίζω τι θα γίνει. Η κίνηση καταστρέφει τα πάντα, χώρο και χρόνο. Αόρατη ακόμη η απειλή. Αισθάνομαι σαν άρρωστος από ανίατη ασθένεια. Σα να μου δίνουν ελάχιστο χρόνο ζωής. Ως μορφή απογοήτευσης ακολουθεί μια αντίδραση σπασμωδική. Θα ξαναγεννηθώ. Ο αέρας ζυμώνεται προετοιμάζεται. Όλα τα στοιχεία της φύσης βρίσκονται σε αναβρασμό. Προετοιμάζονται γι’ αυτό που πρέπει ν’ ακολουθήσει. Εργάζονται σιωπηλά. Οι κινήσεις γίνονται ενστικτωδώς.
Τη γνωρίζω. Έχει λαμπερό χαμόγελο μεταξένια μαλλιά εκπέμπει φως και από πάντα υπήρχε γεννήθηκε για να με βρεί και να με βοηθήσει στο τελικό και δυσκολότερο στάδιο.
Είναι ντροπαλή αλλά παντοδύναμη. Τη λατρεύω χωρίς να το καταλάβω. Ακόμη δεν έχω αντιληφθεί τη μαγεία του σκηνικού. Το βουνό κινείται συνεχώς σα μανιασμένο προειδοποιεί παλεύει με τον κίνδυνο. Αυτή δεν έχει σπίτι οικογένεια ή όνομα. Τη βαφτίζω Αρχή των Πραγμάτων. Ο χρόνος δεν τη γερνάει. Με περιμένει εδώ και αιώνες να τη λατρέψω. Θα το κάνω όμως δε θα της το δείξω.
Κοιμάμαι ανήσυχα στροβιλίζομαι όπως και αυτή. Η δύναμη της έχει αρχίσει να επιδρά πάνω μου χωρίς να το νοιώθω. Ακόμη δεν έχω καταλάβει δεν έχω νοιώσει τίποτα θα γίνει όμως σύντομα. Είναι όλο και πιο κοντά μου. Βρίσκεται δίπλα μου την έχω αγκαλιά στον ύπνο μου όμως όταν ξυπνάω κρύβεται και δεν τη βλέπω. Αυτό μου το λέει την επόμενη. Ξημερώνει. Πλανιέται από πάνω μου σαν φάντασμα που δε βρίσκει λύτρωση. Όλοι θα βρούμε το δρόμο μας. Έχει ξημερώσει σίγουρα. Κάτι προσπαθεί να με ξυπνήσει.
Ανοίγω τα μάτια. Αποκτώ τις αισθήσεις σταδιακά. Ένας τρομερός θόρυβος. Το βουνό που υπήρχε έχει εξαφανιστεί. Αντί γι’ αυτό βλέπω μανιασμένη βροχή. Δε μπορώ να διακρίνω πέρα από λίγα μέτρα. Είναι Αυτή. Καταστρέφει με λύσσα και ουρλιάζει “ Τώρα καταλαβαίνεις; Τα ξέρω όλα. ”. Πράγματι, τώρα καταλαβαίνω. Το προηγούμενο βράδυ είχε μάθει ότι είμαι ένας κοινός θνητός. Πριν κοιμηθώ είχε κουλουριαστεί μέσα στα παπούτσια μου. Με πυρετό και κρύο ιδρώτα “ Πόσο μικρόψυχος είσαι πόσο λυπημένη θα είμαι ”.
Τρεις ώρες την παρακαλούσα να σταματήσει την εκδικητική της μανία. Ύστερα ο θυμός κώπασε η καταστροφή σταμάτησε ο ήλιος βγήκε. Το βουνό εμφανίστηκε ξανά στη θέση του. Όλο το μεσημέρι προσπαθούσα να το πάρω απόφαση. Να της μιλήσω. Καταλαβαίνω τι μου συμβαίνει όμως δεν μπορώ να της δείξω τίποτα. Μένω να σαπίζω στην αδυναμία της ύπαρξης μου.
Κάτω στα πόδια μας απλώνεται η λίμνη. Γαλήνια, παγωμένη, νεκρή. Σ’ ένα παλιό ξωκλήσι. Ξαφνικά φυσάει δυνατός αέρας και σβήνει δώδεκα καντήλια. Όλα. Είναι πάλι Αυτή. Σκορπάει τον τρόμο όμως μια μικρή φλόγα προσπαθεί να επιβιώσει μέσα της. Είναι τα μαλλιά της που δημιουργούν τον αέρα η δύναμη της απογοήτευσης ο θυμός μέσα Της και η ελπίδα πως θα τα διορθώσω όλα. Στο μονοπάτι της επιστροφής δίπλα μου αμίλητη. Περιμένει να ξεκινήσω. Περπατάει με το κεφάλι σκυμμένο και ίσως να κλαίει. Τα λόγια έχουν εξαφανιστεί από το μυαλό μου και χάνω άλλη μια ευκαιρία να σωθούμε. Κι ενώ αυτό θα μπορούσε να συμβεί μ’ έναν απλό τρόπο που δε μπορώ να σκεφτώ παραμένω υποταγμένος στην αδράνεια μου. Περπατάμε έτσι για πολύ ώρα και η απελπισία μεγαλώνει. Σ΄αυτό το διάστημα το μόνο που σκέφτομαι είναι η ανικανότητα μου να κάνω κάτι που επιθυμώ και η πορεία της μοίρας μου. Το ξεκαθάρισμα πλησιαζει.
Εντελώς αδικαιολόγητα την εγκαταλείπω στη μοναξιά της. Δε μπορώ να την πλησιάσω. Απομακρύνεται όλο και περισσότερο σε άγνωστη κατεύθυνση. Είναι δίπλα μου και υποφέρει όμως δεν κάνω καμία κίνηση ακόμη και όταν σηκώνεται να φύγει.
Όλο το βράδυ έμεινα ακίνητος σαν κέρινο ομοίωμα. Ήθελα να σκεφτώ να της γράψω κάτι. Τα γεγονότα τα συναισθήματα και να της εξηγήσω να δικαιολογηθώ και να της υποσχεθώ ότι θα καταστρέψω ολόκληρο το σύμπαν και θα ξαναγεννηθούμε από την αρχή. Αντί γι’ αυτό όμως το βλέμμα μου παραμένει καρφωμένο στο μαύρο ουρανό και η σκέψη ανήμπορη μπροστά του. Σαν να σβήνεται σταδιακά ολόκληρη η μνήμη μου. Τελευταία σκέψη που θυμάμαι ότι βρίσκεται λίγα μέτρα πιο πάνω άγρυπνη και σκέφτεται ακριβώς τα ίδια.
Το φως του πρωινού έδωσε κίνηση στο κουρασμένο σώμα ενώ το πνεύμα παρέμεινε ναρκωμένο σαν μέσα σε σύννεφο αιθέρα. Περιφέρομαι άσκοπα όλη μέρα μ’ ένα θολό τοπίο στο κρανίο. Η διαγραφή της μνήμης έχει ολοκληρωθεί. Ακολουθεί η απουσία της.
Έμεινα πολλές μέρες στη σπηλιά της. Έτσι την έσωσα. Κάποτε, καλοκαίρι, τα σύννεφα χαμήλωσαν απότομα κάλυψαν τις κορυφές του βουνού και απότομα ξέσπασε μπόρα. Τα δάκρυα από τα σύννεφα. Από ‘κει ψηλά η βροχή φαίνεται αλλιώς. Ο κάμπος είχε χωριστεί. Σε κάποια σημεία οι ακτίνες του ήλιου διαπερνούσαν τα σύννεφα και φαίνοταν ακτίνες. Ατελείωτο ψηφιδωτό εικόνων μέχρι εκεί που έφταναν τα μάτια. Ύστερα από αυτό πήρα το τρένο και έφυγα.
Καλοκαιρι 99'
Τη γνωρίζω. Έχει λαμπερό χαμόγελο μεταξένια μαλλιά εκπέμπει φως και από πάντα υπήρχε γεννήθηκε για να με βρεί και να με βοηθήσει στο τελικό και δυσκολότερο στάδιο.
Είναι ντροπαλή αλλά παντοδύναμη. Τη λατρεύω χωρίς να το καταλάβω. Ακόμη δεν έχω αντιληφθεί τη μαγεία του σκηνικού. Το βουνό κινείται συνεχώς σα μανιασμένο προειδοποιεί παλεύει με τον κίνδυνο. Αυτή δεν έχει σπίτι οικογένεια ή όνομα. Τη βαφτίζω Αρχή των Πραγμάτων. Ο χρόνος δεν τη γερνάει. Με περιμένει εδώ και αιώνες να τη λατρέψω. Θα το κάνω όμως δε θα της το δείξω.
Κοιμάμαι ανήσυχα στροβιλίζομαι όπως και αυτή. Η δύναμη της έχει αρχίσει να επιδρά πάνω μου χωρίς να το νοιώθω. Ακόμη δεν έχω καταλάβει δεν έχω νοιώσει τίποτα θα γίνει όμως σύντομα. Είναι όλο και πιο κοντά μου. Βρίσκεται δίπλα μου την έχω αγκαλιά στον ύπνο μου όμως όταν ξυπνάω κρύβεται και δεν τη βλέπω. Αυτό μου το λέει την επόμενη. Ξημερώνει. Πλανιέται από πάνω μου σαν φάντασμα που δε βρίσκει λύτρωση. Όλοι θα βρούμε το δρόμο μας. Έχει ξημερώσει σίγουρα. Κάτι προσπαθεί να με ξυπνήσει.
Ανοίγω τα μάτια. Αποκτώ τις αισθήσεις σταδιακά. Ένας τρομερός θόρυβος. Το βουνό που υπήρχε έχει εξαφανιστεί. Αντί γι’ αυτό βλέπω μανιασμένη βροχή. Δε μπορώ να διακρίνω πέρα από λίγα μέτρα. Είναι Αυτή. Καταστρέφει με λύσσα και ουρλιάζει “ Τώρα καταλαβαίνεις; Τα ξέρω όλα. ”. Πράγματι, τώρα καταλαβαίνω. Το προηγούμενο βράδυ είχε μάθει ότι είμαι ένας κοινός θνητός. Πριν κοιμηθώ είχε κουλουριαστεί μέσα στα παπούτσια μου. Με πυρετό και κρύο ιδρώτα “ Πόσο μικρόψυχος είσαι πόσο λυπημένη θα είμαι ”.
Τρεις ώρες την παρακαλούσα να σταματήσει την εκδικητική της μανία. Ύστερα ο θυμός κώπασε η καταστροφή σταμάτησε ο ήλιος βγήκε. Το βουνό εμφανίστηκε ξανά στη θέση του. Όλο το μεσημέρι προσπαθούσα να το πάρω απόφαση. Να της μιλήσω. Καταλαβαίνω τι μου συμβαίνει όμως δεν μπορώ να της δείξω τίποτα. Μένω να σαπίζω στην αδυναμία της ύπαρξης μου.
Κάτω στα πόδια μας απλώνεται η λίμνη. Γαλήνια, παγωμένη, νεκρή. Σ’ ένα παλιό ξωκλήσι. Ξαφνικά φυσάει δυνατός αέρας και σβήνει δώδεκα καντήλια. Όλα. Είναι πάλι Αυτή. Σκορπάει τον τρόμο όμως μια μικρή φλόγα προσπαθεί να επιβιώσει μέσα της. Είναι τα μαλλιά της που δημιουργούν τον αέρα η δύναμη της απογοήτευσης ο θυμός μέσα Της και η ελπίδα πως θα τα διορθώσω όλα. Στο μονοπάτι της επιστροφής δίπλα μου αμίλητη. Περιμένει να ξεκινήσω. Περπατάει με το κεφάλι σκυμμένο και ίσως να κλαίει. Τα λόγια έχουν εξαφανιστεί από το μυαλό μου και χάνω άλλη μια ευκαιρία να σωθούμε. Κι ενώ αυτό θα μπορούσε να συμβεί μ’ έναν απλό τρόπο που δε μπορώ να σκεφτώ παραμένω υποταγμένος στην αδράνεια μου. Περπατάμε έτσι για πολύ ώρα και η απελπισία μεγαλώνει. Σ΄αυτό το διάστημα το μόνο που σκέφτομαι είναι η ανικανότητα μου να κάνω κάτι που επιθυμώ και η πορεία της μοίρας μου. Το ξεκαθάρισμα πλησιαζει.
Εντελώς αδικαιολόγητα την εγκαταλείπω στη μοναξιά της. Δε μπορώ να την πλησιάσω. Απομακρύνεται όλο και περισσότερο σε άγνωστη κατεύθυνση. Είναι δίπλα μου και υποφέρει όμως δεν κάνω καμία κίνηση ακόμη και όταν σηκώνεται να φύγει.
Όλο το βράδυ έμεινα ακίνητος σαν κέρινο ομοίωμα. Ήθελα να σκεφτώ να της γράψω κάτι. Τα γεγονότα τα συναισθήματα και να της εξηγήσω να δικαιολογηθώ και να της υποσχεθώ ότι θα καταστρέψω ολόκληρο το σύμπαν και θα ξαναγεννηθούμε από την αρχή. Αντί γι’ αυτό όμως το βλέμμα μου παραμένει καρφωμένο στο μαύρο ουρανό και η σκέψη ανήμπορη μπροστά του. Σαν να σβήνεται σταδιακά ολόκληρη η μνήμη μου. Τελευταία σκέψη που θυμάμαι ότι βρίσκεται λίγα μέτρα πιο πάνω άγρυπνη και σκέφτεται ακριβώς τα ίδια.
Το φως του πρωινού έδωσε κίνηση στο κουρασμένο σώμα ενώ το πνεύμα παρέμεινε ναρκωμένο σαν μέσα σε σύννεφο αιθέρα. Περιφέρομαι άσκοπα όλη μέρα μ’ ένα θολό τοπίο στο κρανίο. Η διαγραφή της μνήμης έχει ολοκληρωθεί. Ακολουθεί η απουσία της.
Έμεινα πολλές μέρες στη σπηλιά της. Έτσι την έσωσα. Κάποτε, καλοκαίρι, τα σύννεφα χαμήλωσαν απότομα κάλυψαν τις κορυφές του βουνού και απότομα ξέσπασε μπόρα. Τα δάκρυα από τα σύννεφα. Από ‘κει ψηλά η βροχή φαίνεται αλλιώς. Ο κάμπος είχε χωριστεί. Σε κάποια σημεία οι ακτίνες του ήλιου διαπερνούσαν τα σύννεφα και φαίνοταν ακτίνες. Ατελείωτο ψηφιδωτό εικόνων μέχρι εκεί που έφταναν τα μάτια. Ύστερα από αυτό πήρα το τρένο και έφυγα.
Καλοκαιρι 99'
Τις Κυριακες απο παιδι τις σιχαινομουν
Πνιγομαι.
Δυσκολευομαι να αναπνευσω. Σαν ασθματικος.
Νιωθω την υγρασια να κολλαει στο δερμα μου.
Τα συννεφα εχουν κατεβει πολυ χαμηλα, σχεδον τα νιωθεις να σε πιεζουν,
να σου συνθλιβουν το κεφαλι σαν πρεσσα που καταστρεφει παλια αυτοκινητα.
Η μερα κυλησε αδιαφορη και χωρις εξαρσεις. Σαν καρδιογραφημα νεκρου.
Στο τελος το παιδακι μου ζητησε να του διαβασω ενα παραμυθι και να κοιμηθω μαζι του.
Δεν βρηκα τιποτα αλλο να του πω παρα να του σιγοψιθυρισω το νανουρισμα του Αγγελακα:
Δεν ξερω πως συμβαινει
μια σταγονιτσα της να με ξεπλενει
να παρασερνει μακρια
τοση βρωμια
Δεν ξερω πως συμβαινει
ν’ακουω τοσα πολλα οταν σωπαινει
να νιωθω τοση απλοχωρια
σε μια αγκαλια
Δεν ξερω πως συμβαινει
μια σπιθα τοση δα να με ζεσταινει
να ζω μια ολοκληρη ζωη
καθε στιγμη
και να φυγω, για να μαθει στο ψεμα.
Δυσκολευομαι να αναπνευσω. Σαν ασθματικος.
Νιωθω την υγρασια να κολλαει στο δερμα μου.
Τα συννεφα εχουν κατεβει πολυ χαμηλα, σχεδον τα νιωθεις να σε πιεζουν,
να σου συνθλιβουν το κεφαλι σαν πρεσσα που καταστρεφει παλια αυτοκινητα.
Η μερα κυλησε αδιαφορη και χωρις εξαρσεις. Σαν καρδιογραφημα νεκρου.
Στο τελος το παιδακι μου ζητησε να του διαβασω ενα παραμυθι και να κοιμηθω μαζι του.
Δεν βρηκα τιποτα αλλο να του πω παρα να του σιγοψιθυρισω το νανουρισμα του Αγγελακα:
Δεν ξερω πως συμβαινει
μια σταγονιτσα της να με ξεπλενει
να παρασερνει μακρια
τοση βρωμια
Δεν ξερω πως συμβαινει
ν’ακουω τοσα πολλα οταν σωπαινει
να νιωθω τοση απλοχωρια
σε μια αγκαλια
Δεν ξερω πως συμβαινει
μια σπιθα τοση δα να με ζεσταινει
να ζω μια ολοκληρη ζωη
καθε στιγμη
και να φυγω, για να μαθει στο ψεμα.
Saturday, September 02, 2006
Reconstruction
It is a film. Everything is constructed. Still it hurts.
That's how it always ends. A bit of magic, a bit of smoke. Something floating
But it doesn't work without the necessary push. A bit of laughter, a man... a beautiful woman and love. Let's start over. At the beginning, it was man alone.
No, he's not alone. Yet.
He loses Amy.The last person that was left for him. The only one... Can their love survive? What will it take? A test. For him and for her. His love for her. Stupid? Maybe. If he steps back... if he doubts... she will disappear.
The woman left. The laughter stopped. But, the man is still here. Not like that... All alone.
Αντιφαση:
Only after disaster can we be resurrected.
That's how it always ends. A bit of magic, a bit of smoke. Something floating
But it doesn't work without the necessary push. A bit of laughter, a man... a beautiful woman and love. Let's start over. At the beginning, it was man alone.
No, he's not alone. Yet.
He loses Amy.The last person that was left for him. The only one... Can their love survive? What will it take? A test. For him and for her. His love for her. Stupid? Maybe. If he steps back... if he doubts... she will disappear.
The woman left. The laughter stopped. But, the man is still here. Not like that... All alone.
Αντιφαση:
Only after disaster can we be resurrected.
Subscribe to:
Posts (Atom)